Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΓΝΩΣΕΙΣ

Χριστόδουλος Βασιλειάδης

Ο Κύριος είπε στους μαθητές του και σ’ αυτούς που τον ακολουθούσαν ότι αν δεν γίνετε σαν αυτά τα παιδιά, δεν θα μπείτε στην Βασιλεία του Θεού[1]. Αυτό υποδεικνύει δύο τινά: Πρώτον ότι πρέπει να έχουμε απλότητα και ακακία σαν τα παιδιά και δεύτερον ότι οι κοσμικές γνώσεις, που αποκτά ο άνθρωπος ενηλικιωνόμενος, είναι ένα φορτίο στην πλάτη του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος, μεγαλώνοντας στην ηλικία, αποκτά ποικίλες γνώσεις στους διαφόρους τομείς, που εξειδικεύεται. Εξ άλλου η εποχή μας είναι η εποχή της εξειδίκευσης. Δεν μπορεί να συγκριθεί η εποχή μας με οποιαδήποτε άλλη παρελθοντική εποχή. Ένα απλό παράδειγμα: Οι σημερινοί διακεκριμένοι παγκοσμίως πιανίστες είναι ασύγκριτα καλύτεροι δεξιοτεχνικά, και πιο εξειδικευμένοι από τον κορυφαίο πιανιστα του 19ου αιώνα Φρανς Λιστ. Επομένως ο άνθρωπος αποκτά σταδιακά περισσότερες γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στις σημερινές ανάγκες της εποχής μας.
Πιστεύω όμως ότι οι γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες, που αποκτά ο άνθρωπος της εποχής μας, όπως και κάθε άλλης εποχής, προσδίδουν στον άνθρωπο κάποιες συμπεριφορικές δομές. Με αυτές τις δομές ο άνθρωπος βασικά βρίσκει εναλλακτικούς τρόπους εκφράσεως του εσωτερικού του εαυτού. Παράλληλα οι τεράστιες γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες, που αποκτά κυρίως ο σημερινός άνθρωπος, καλύπτουν κάποια κενά του εσωτερικού του κόσμου, έτσι ώστε να μπορεί να κρύβει τον εσωτερικό προβληματικό του κόσμο.
Περαιτέρω ο άνθρωπος, διά μέσου των γνώσεων, καλύπτει και κάποιες νευρολογικής φύσεως ασθένειες, που κρύβονται μέσα του, έτσι ώστε στον εξωτερικό περίγυρό του να φαίνεται ένας καθώς πρέπει άνθρωπος.
Όμως συγκρίνοντας τον λόγιο άνθρωπο με τον απλό, «αγράμματο» άνθρωπο του χωριού, βλέπουμε ότι ο μέν χωρικός εκφράζεται άμεσα και γνήσια, χωρίς περιστροφές και καμουφλαρίσματα, ενώ ο λόγιος διά μέσου των δομών, που απέκτησε με τις γνώσεις του, καλύπτει τα κενά που έχει ο εσωτερικός του κόσμος.
Γι’ αυτό και ένας πατέρας της Εκκλησίας μας τονίζει ότι για να πλησιάσουμε τον Θεό και να μετάσχουμε στις άκτιστες ενέργειές του πρέπει να αποβάλουμε την κοσμική γνώση. Διά μέσου αυτής ο άνθρωπος σε γενικές γραμμές υποκρίνεται, παρουσιάζοντας ένα ψεύτικο εαυτό και καλύπτει τα κενά, τις ιδιοτροπίες, τα προβληματικά μέρη της ψυχής του καθώς και νευρολογικής φύσεως ασθένειες, που κρύβονται μεσα στον εσωτερικό του κόσμο.
Γι’ αυτό, όταν οι πατέρες της Εκκλησίας μιλούν για γνώση του Θεού, δεν εννοούν τη κοσμική γνώση, ή έστω την θεολογική κατάρτιση, αλλά την προσευχητική κατάσταση του ανθρώπου, που ζει το μυστήριο της παρουσίας του Θεού. Γι’ αυτό ο όσιος Νείλος ο ασκητής λέγει: «Εἰ θεολόγος εἶ, προσεύξῃ ἀληθῶς∙ καί, εἰ ἀληθῶς προσεύξῃ, θεολόγος εἶ»[2]. Η μόνη κατάσταση που δέχεται η Εκκλησία, ως γνώση του Θεού είναι η θεωρία των ακτίστων ενεργειών του Θεού, και όχι οι μάταιες και πρόσκαιρες κοσμικές γνώσεις, οι οποίες έχουν ημερομηνία λήξεως. Αφήνω και το γεγονός ότι ενηλικιωνόμενος ο άνθρωπος αρχίζει και ατονεί η μνήμη, αφού κυριαρχεί πλέον η κρίση.
Από την άλλη, στην περίπτωση που εμφανίζεται το πάντρεμα της «κοσμικής» γνώσης με την αγιότητα, όπως συμβαίνει στους μεγάλους πατέρες της Εκκλησίας μας, τότε υπάρχει μια ισορροπία των δυνάμεων του ανθρώπου και εμφανίζεται μια πιο υγιής κατάσταση. Εκεί βλέπουμε να εξαγιάζονται το σώμα και η ψυχή και επομένως ότι υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, είτε αυτό ονομάζεται γνώση, είτε δεξιότητα, είτε ικανότητα, είτε οτιδήποτε άλλο, εξαϋλώνεται και πνευματικοποιείται, αφού δέχεται τις άκτιστες ενέργειες του Θεού.
Κάποτε ρώτησαν τὸν γέροντα Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο τὴν ἑξῆς ἐρώτηση: «Ἔχω διαβάσει, ὅτι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἔλεγε πὼς τὸ κακὸ θὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοὺς διαβασμένους. Καὶ τὸ βλέπουμε σήμερα αὐτό. Διερωτῶμαι, ἀξίζει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ν’ ἀποκτᾶ κάνεὶς γνώσεις;» Ὁ γέροντας, μέσα ἀπὸ τὴν κατὰ Θεὸν σοφία του, ποὺ τὸν διέκρινε, ἀπάντησε ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν οἱ γνώσεις βαδίζουν σὲ ἰσορροπία μὲ τὴν ἠθικὴ συνείδηση, μὲ τὴν κατὰ Χριστὸν Ζωή, δὲν κινδυνεύουμε. Ἐὰν οἱ γνώσεις βαδίζουν ἀντιθέτως ἢ ἀσχέτως πρὸς τὴν κατὰ Χριστὸν ζωή, ὄντως τότε τὸ κακὸ θὰ ἔλθῃ ἀπὸ τὴν γνώση. Ἐὰν ἡ ζωή μας εἶναι ΄ἐν Χριστῷ΄, ὅσο περισσότερα γνωρίζουμε, τόσο περισσότερο καταλαβαίνουμε τὴν ἄγνοιά μας καὶ τόσο περισσότερο ταπεινούμεθα. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας ἦσαν γιὰ τὴν ἐποχή τους πανεπιστήμονες. Δὲν ὑπῆρχε ἀνθρώπινη γνώση τῆς ἐποχῆς του, ποὺ δὲν τὴν κατεῖχε ὁ Μέγας Βασίλειος. Δὲν ἦταν μόνο θεολόγος, ἢ φιλόσοφος ἢ δικανικὸς ρήτωρ∙ ἦταν καὶ ἰατρὸς καὶ φυσικὸς καὶ ἀστρονόμος, μὲ τὰ μέτρα τῆς ἐποχῆς του. Γι’ αὐτὸ οἱ ὁμιλίες του στὴν ἐξαήμερο ἐμφανίζουν μοναδικὴ πολυγνωσία μὲ τὰ τότε δεδομένα. Δὲν κινδυνεύουμε, λοιπόν, ἀπὸ τὴν γνώση, ἐὰν «ἡ γνώση συνοδεύεται μὲ τὴν κατὰ Χριστὸν ζωή»[3].
Γι’ αυτό θεωρώ ότι είναι καλές μεν οι κοσμικές γνώσεις, συμπεριλαμβανομένου και των θεολογικών γνώσεων, αλλά έχουν πέραση μόνο για τον ψεύτικο αυτό κόσμο. Μπροστά στα μάτια του Θεού, «το εν ανθρώποις υψηλόν, βδέλυγμα ενώπιον του Θεού»[4].




[1] Βλ. Ματθ. ιη΄ 3. Πρβλ. Μαρκ. Θ΄ 37. Λουκ. θ΄ 48.
[2] Οσίου και θεοφόρου πατρός ημῶν Νείλου του Ασκητού, Φιλοκαλία Α΄, σ. 182, ξα΄.
[3] Βλ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου (ἀρχιμ), Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα, καθοδηγώντας τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἔκδ. Ἱ. Η»συχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου, Τροιζῆνος, 62006, σσ. 13-14.
[4] Βλ. Λουκ. ιστ΄ 15.