Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

«Έστω δε ημών το ναι, ναι και το ου, ου»

Χριστόδουλου Βασιλειάδη

            Ακούσαμε και είδαμε το βίντεο, το οποίο έχει αναρτήσει το πρακτορείο ειδήσεων Ρομφαία, στο οποίο ο σεβασμιώτατος μητροπολίτης Παροναξίας κ. Καλλίνικος μιλά για την οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας. Θα θέλαμε να σχολιάσουμε τα ακόλουθα.
1.         Πράγματι η Ορθοδοξία έχει οικουμενικό χαρακτήρα και ουδόλως οικουμενιστικό. Η Ορθοδοξία απευθύνεται σε όλο τον κόσμο, σε αιρετικούς και αλλοθρήσκους, και τους καλεί να γνωρίσουν την αλήθεια και να αποδεχθούν το μήνυμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Καλεί τους αιρετικούς και τους αλλοθρήσκους, εάν και εκείνοι το θελήσουν, να απορρίψουν την πλάνη τους και να ενταχθούν δια του βαπτίσματος και του χρίσματος στο σώμα της μιάς Εκκλησίας του Κυρίου.
2.         Όντως, όπως καταθέτει ο σεβασμιώτατος, σήμερα τελεσιουργείται μια διαστροφή των νόμων της ανθρωπίνης φύσεως. Το κακό και η διαστροφή ωραιοποιούνται και προβάλλονται σαν πρότυπα προς μίμηση. Η ομοφυλοφιλία δεν θεωρείται πλέον αμάρτημα αλλά μια φυσιολογική κατάσταση. Γι’ αυτό και οι αγγλικανοί καθώς και άλλες αιρέσεις, όχι μόνο «παντρεύουν» ομοφυλόφιλους αλλά και έχουν επι κεφαλής τους ομοφυλόφιλους επισκόπους, οι οποίοι δεν ντρέπονται να ομολογήσουν το αμάρτημα τους. Υπάρχει μια διαφορά παλαιοτέρων εποχών και του σήμερα. Παλαιά, εν πολλοίς, η ομοφυλοφιλία εθεωρείτο αμαρτία και ο άνθρωπος αγωνιζόταν να σταματήσει την αμαρτία αυτή. Σήμερα όμως σε πολλές χώρες όχι μόνο δεν θεωρείται αμαρτία, αλλά ωραιοποιείται και διακηρύσσεται σαν κάτι φυσιολογικό.
3.         Ο μητροπολίτης Παροναξίας αναφέρει ότι το σύστημα της Εκκλησίας είναι συνοδικό και ότι «η των πλειόνων ψήφος κρατείτω». Δυστυχώς εδώ διαφωνούμε. Στην Ορθόδοξια υπήρξαν πολλές σύνοδοι, οι οποίες αργότερα χαρακτηρίσταν ως κακόδοξες ή ληστρικές. Και σε αυτές τις συνόδους ίσχυσε το ρητό: «η των πλειόνων ψήφος κρατείτω», και όμως το σώμα της Εκκλησίας και η συνείδηση της Εκκλησίας δεν τις απεδέχθησαν. Επομένως κριτήριο και γνώμονας στον καθορισμό μιας συνόδου ως γνήσια εκφραζούσης την αλήθεια ή ως ληστρικής ή κακόδοξης, είναι η συνείδηση της Εκκλησίας και όχι η των πλειόνων ψήφος!

4.         Τέλος ο σεβασμιώτατος αναφέρει ότι δεν είναι όλα μαύρο ή άσπρο, αλλά (συνεχίζω εγώ τη σκέψη του σεβασμιωτάτου) υπάρχουν και διακλαδώσεις του χρώματος. Και εδώ διαφωνούμε. Σε θέματα δογμάτων και αληθείας και σε θέματα αμαρτίας ισχύει το του Χριστού «έστω δεν υμών το ναι, ναι και το ου ου. Το δε περισσόν έκ του πονηρού εστί».

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΓΝΩΣΕΙΣ

Χριστόδουλος Βασιλειάδης

Ο Κύριος είπε στους μαθητές του και σ’ αυτούς που τον ακολουθούσαν ότι αν δεν γίνετε σαν αυτά τα παιδιά, δεν θα μπείτε στην Βασιλεία του Θεού[1]. Αυτό υποδεικνύει δύο τινά: Πρώτον ότι πρέπει να έχουμε απλότητα και ακακία σαν τα παιδιά και δεύτερον ότι οι κοσμικές γνώσεις, που αποκτά ο άνθρωπος ενηλικιωνόμενος, είναι ένα φορτίο στην πλάτη του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος, μεγαλώνοντας στην ηλικία, αποκτά ποικίλες γνώσεις στους διαφόρους τομείς, που εξειδικεύεται. Εξ άλλου η εποχή μας είναι η εποχή της εξειδίκευσης. Δεν μπορεί να συγκριθεί η εποχή μας με οποιαδήποτε άλλη παρελθοντική εποχή. Ένα απλό παράδειγμα: Οι σημερινοί διακεκριμένοι παγκοσμίως πιανίστες είναι ασύγκριτα καλύτεροι δεξιοτεχνικά, και πιο εξειδικευμένοι από τον κορυφαίο πιανιστα του 19ου αιώνα Φρανς Λιστ. Επομένως ο άνθρωπος αποκτά σταδιακά περισσότερες γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στις σημερινές ανάγκες της εποχής μας.
Πιστεύω όμως ότι οι γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες, που αποκτά ο άνθρωπος της εποχής μας, όπως και κάθε άλλης εποχής, προσδίδουν στον άνθρωπο κάποιες συμπεριφορικές δομές. Με αυτές τις δομές ο άνθρωπος βασικά βρίσκει εναλλακτικούς τρόπους εκφράσεως του εσωτερικού του εαυτού. Παράλληλα οι τεράστιες γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες, που αποκτά κυρίως ο σημερινός άνθρωπος, καλύπτουν κάποια κενά του εσωτερικού του κόσμου, έτσι ώστε να μπορεί να κρύβει τον εσωτερικό προβληματικό του κόσμο.
Περαιτέρω ο άνθρωπος, διά μέσου των γνώσεων, καλύπτει και κάποιες νευρολογικής φύσεως ασθένειες, που κρύβονται μέσα του, έτσι ώστε στον εξωτερικό περίγυρό του να φαίνεται ένας καθώς πρέπει άνθρωπος.
Όμως συγκρίνοντας τον λόγιο άνθρωπο με τον απλό, «αγράμματο» άνθρωπο του χωριού, βλέπουμε ότι ο μέν χωρικός εκφράζεται άμεσα και γνήσια, χωρίς περιστροφές και καμουφλαρίσματα, ενώ ο λόγιος διά μέσου των δομών, που απέκτησε με τις γνώσεις του, καλύπτει τα κενά που έχει ο εσωτερικός του κόσμος.
Γι’ αυτό και ένας πατέρας της Εκκλησίας μας τονίζει ότι για να πλησιάσουμε τον Θεό και να μετάσχουμε στις άκτιστες ενέργειές του πρέπει να αποβάλουμε την κοσμική γνώση. Διά μέσου αυτής ο άνθρωπος σε γενικές γραμμές υποκρίνεται, παρουσιάζοντας ένα ψεύτικο εαυτό και καλύπτει τα κενά, τις ιδιοτροπίες, τα προβληματικά μέρη της ψυχής του καθώς και νευρολογικής φύσεως ασθένειες, που κρύβονται μεσα στον εσωτερικό του κόσμο.
Γι’ αυτό, όταν οι πατέρες της Εκκλησίας μιλούν για γνώση του Θεού, δεν εννοούν τη κοσμική γνώση, ή έστω την θεολογική κατάρτιση, αλλά την προσευχητική κατάσταση του ανθρώπου, που ζει το μυστήριο της παρουσίας του Θεού. Γι’ αυτό ο όσιος Νείλος ο ασκητής λέγει: «Εἰ θεολόγος εἶ, προσεύξῃ ἀληθῶς∙ καί, εἰ ἀληθῶς προσεύξῃ, θεολόγος εἶ»[2]. Η μόνη κατάσταση που δέχεται η Εκκλησία, ως γνώση του Θεού είναι η θεωρία των ακτίστων ενεργειών του Θεού, και όχι οι μάταιες και πρόσκαιρες κοσμικές γνώσεις, οι οποίες έχουν ημερομηνία λήξεως. Αφήνω και το γεγονός ότι ενηλικιωνόμενος ο άνθρωπος αρχίζει και ατονεί η μνήμη, αφού κυριαρχεί πλέον η κρίση.
Από την άλλη, στην περίπτωση που εμφανίζεται το πάντρεμα της «κοσμικής» γνώσης με την αγιότητα, όπως συμβαίνει στους μεγάλους πατέρες της Εκκλησίας μας, τότε υπάρχει μια ισορροπία των δυνάμεων του ανθρώπου και εμφανίζεται μια πιο υγιής κατάσταση. Εκεί βλέπουμε να εξαγιάζονται το σώμα και η ψυχή και επομένως ότι υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, είτε αυτό ονομάζεται γνώση, είτε δεξιότητα, είτε ικανότητα, είτε οτιδήποτε άλλο, εξαϋλώνεται και πνευματικοποιείται, αφού δέχεται τις άκτιστες ενέργειες του Θεού.
Κάποτε ρώτησαν τὸν γέροντα Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο τὴν ἑξῆς ἐρώτηση: «Ἔχω διαβάσει, ὅτι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἔλεγε πὼς τὸ κακὸ θὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοὺς διαβασμένους. Καὶ τὸ βλέπουμε σήμερα αὐτό. Διερωτῶμαι, ἀξίζει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ν’ ἀποκτᾶ κάνεὶς γνώσεις;» Ὁ γέροντας, μέσα ἀπὸ τὴν κατὰ Θεὸν σοφία του, ποὺ τὸν διέκρινε, ἀπάντησε ὡς ἑξῆς: «Ἐὰν οἱ γνώσεις βαδίζουν σὲ ἰσορροπία μὲ τὴν ἠθικὴ συνείδηση, μὲ τὴν κατὰ Χριστὸν Ζωή, δὲν κινδυνεύουμε. Ἐὰν οἱ γνώσεις βαδίζουν ἀντιθέτως ἢ ἀσχέτως πρὸς τὴν κατὰ Χριστὸν ζωή, ὄντως τότε τὸ κακὸ θὰ ἔλθῃ ἀπὸ τὴν γνώση. Ἐὰν ἡ ζωή μας εἶναι ΄ἐν Χριστῷ΄, ὅσο περισσότερα γνωρίζουμε, τόσο περισσότερο καταλαβαίνουμε τὴν ἄγνοιά μας καὶ τόσο περισσότερο ταπεινούμεθα. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας ἦσαν γιὰ τὴν ἐποχή τους πανεπιστήμονες. Δὲν ὑπῆρχε ἀνθρώπινη γνώση τῆς ἐποχῆς του, ποὺ δὲν τὴν κατεῖχε ὁ Μέγας Βασίλειος. Δὲν ἦταν μόνο θεολόγος, ἢ φιλόσοφος ἢ δικανικὸς ρήτωρ∙ ἦταν καὶ ἰατρὸς καὶ φυσικὸς καὶ ἀστρονόμος, μὲ τὰ μέτρα τῆς ἐποχῆς του. Γι’ αὐτὸ οἱ ὁμιλίες του στὴν ἐξαήμερο ἐμφανίζουν μοναδικὴ πολυγνωσία μὲ τὰ τότε δεδομένα. Δὲν κινδυνεύουμε, λοιπόν, ἀπὸ τὴν γνώση, ἐὰν «ἡ γνώση συνοδεύεται μὲ τὴν κατὰ Χριστὸν ζωή»[3].
Γι’ αυτό θεωρώ ότι είναι καλές μεν οι κοσμικές γνώσεις, συμπεριλαμβανομένου και των θεολογικών γνώσεων, αλλά έχουν πέραση μόνο για τον ψεύτικο αυτό κόσμο. Μπροστά στα μάτια του Θεού, «το εν ανθρώποις υψηλόν, βδέλυγμα ενώπιον του Θεού»[4].




[1] Βλ. Ματθ. ιη΄ 3. Πρβλ. Μαρκ. Θ΄ 37. Λουκ. θ΄ 48.
[2] Οσίου και θεοφόρου πατρός ημῶν Νείλου του Ασκητού, Φιλοκαλία Α΄, σ. 182, ξα΄.
[3] Βλ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου (ἀρχιμ), Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα, καθοδηγώντας τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἔκδ. Ἱ. Η»συχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου, Τροιζῆνος, 62006, σσ. 13-14.
[4] Βλ. Λουκ. ιστ΄ 15.

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

ΠΡΩΤΟΤΟΚΟΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

Χριστόδουλος Βασιλειάδης
Δρ Θεολογίας - Μουσικολόγος

            Ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος διατυπώνει μιὰ θέση, ἡ ὁποία συγκεφαλαιώνει ὁλόκληρη τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας: «Εἰ δὲ ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται∙ εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἆρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν... Νυνὶ δὲ Χριστὸς ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο. Ἐπειδὴ γὰρ δι’ ἀνθρώπου ὁ θάνατος, καὶ δι’ ἀνθρώπου ἀνάστασις νεκρῶν. Ὥσπερ γὰρ ἐν τῷ Ἀδὰμ πάντες ἀποθνήσκουσιν, οὕτω καὶ ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται» (Α΄ Κορ. ιε΄ 13-14, 20-22). Σύμφωνα λοιπὸν μὲ ὅσα μᾶς διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου συνεπάγεται καὶ τὴ δική μας ἀνάσταση.
            Ὁ Κύριος μὲ τὴν δική του ἀνάσταση νίκησε τὸν ἅδη, τὸν διάβολο καὶ τὸν θάνατο. Ἡ ψυχή του, ἑνωμένη μὲ τὴν θεότητα κατῆλθε στὸν ἅδη καὶ τὸν νίκησε. Ἔτσι ἐλευθέρωσε τὶς ψυχὲς ποὺ ἦταν ἐκεῖ κρατούμενες ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Ἀδάμ. Τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου πάλιν, ἑνωμένο καὶ αὐτὸ μὲ τὴν θεότητα, νίκησε τὸν θάνατο, ἀφοῦ τὸ σῶμα του δὲν εἶδε διαφθορά. Αὐτὸ τονίζει καὶ ὁ προφητάναξ Διαβίδ, ὅταν λέγει προφητικά: «Οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ἅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν» (Ψαλμ. ιστ΄ 10).
            Καὶ ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία καθρεφτίζει ὁλόκληρη τὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας τονίζει ὅτι: «Ἡ γὰρ σάρξ σου οὐκ εἶδε, Δέσποτα, διαφθοράν, οὐδὲ ἡ ψυχή σου εἰς ἅδου ξενοπρεπῶς ἐγκαταλέλειπται» (Μᾶρκος Ἱδροῦντος, β΄ τροπάριο ε΄ ῳδῆς). Στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, κατὰ τὴν μέρα τῆς Πεντηκοστῆς ὁ ἀπόστολος Πέτρος δίδαξε ὅτι «(ὁ Δαβὶδ) προφήτης οὖν ὑπάρχων... προϊδὼν ἐλάλησε περὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ὅτι οὐ κατελείφθη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ εἰ ἅδου, οὐδὲ ἡ σὰρξ αὐτοῦ εἶδε διαφθοράν. Τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ἀνέστησεν ὁ Θεὸς» (Πράξ. β΄ 30,31). Ὁ Κύριος ὡς ἀναμάρτητος, ποὺ ἦταν ἀπέθανε μέν, ἀλλὰ δὲν κρατήθηκε ἡ ψυχή του στὸν ἅδη, ὅπως ὅλων τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Σὲ ἄλλο ὕμνο τῆς Ἐκκλησίας μας τονίζεται ὅτι «Βασιλεύει, ἀλλ΄ οὐκ αἰωνίζει ἅδης τοῦ γένους τῶν βροτῶν∙ σὺ γὰρ τεθεὶς ἐν τάφῳ, Κραταιέ, ζωαρχικῇ παλάμῃ τὰ τοῦ θανάτου κλεῖθρα διεσπάραξας καὶ ἐκήρυξας τοῖς ἀπ’ αἰῶνος ἐκεῖ καθεύδουσι λύτρωσιν ἀψευδῆ, Σῶτερ γεγονὼς νεκρῶν πρωτότοκος» (Κοσμᾶ ἐπισκόπου Μαϊουμᾶ, ἕκτη ὠδὴ κανόνα τοῦ ὄρθρου Μ. Σαββάτου).

            Ὁ Κύριος, ὅπως τονίζει ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος «ἀναστὰς ἐκ τῶν νεκρῶν, ἐγένετο ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων» καὶ «πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν» (Α΄ Κορ. ιε΄ 20 καὶ Κολ. Α΄ 18).